δραστικότητα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η δραστικότητα οι δραστικότητες
      γενική της δραστικότητας των δραστικοτήτων
    αιτιατική τη δραστικότητα τις δραστικότητες
     κλητική δραστικότητα δραστικότητες
Κατηγορία όπως «σάλπιγγα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
δραστικότητα < λείπει η ετυμολογία

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

δραστικότητα θηλυκό

  • το να έχει κάποια διαδικασία, επιλογή ή ενέργεια αποτέλεσμα

Συνώνυμα

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]