ζεστασιά

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η ζεστασιά οι ζεστασιές
      γενική της ζεστασιάς των ζεστασιών
    αιτιατική τη ζεστασιά τις ζεστασιές
     κλητική ζεστασιά ζεστασιές
Οι καταλήξεις προφέρονται με συνίζηση.
Κατηγορία όπως «καρδιά» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ζεστασιά < λείπει η ετυμολογία

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

ζεστασιά θηλυκό

  1. το ευχάριστο αίσθημα που προκαλεί μια υψηλότερη θερμοκρασία περιβάλλοντος
  2. (μεταφορικά) θαλπωρή

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]