κέρκος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η κέρκος οι κέρκοι
      γενική της κέρκου των κέρκων
    αιτιατική την κέρκο τις κέρκους
     κλητική κέρκε κέρκοι
Κατηγορία όπως «νόσος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
κέρκος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική κέρκος

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

κέρκος θηλυκό

  1. (αρχαιοπρεπές) ουρά
  2. (ναυτικός όρος) ράντα

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]
  • Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2002). Λεξικό της νέας ελληνικής γλώσσας (Βʹ έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας.  (Αʹ έκδοση: 1998)



↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική κέρκος αἱ κέρκοι
      γενική τῆς κέρκου τῶν κέρκων
      δοτική τῇ κέρκ ταῖς κέρκοις
    αιτιατική τὴν κέρκον τὰς κέρκους
     κλητική ! κέρκε κέρκοι
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  κέρκω
γεν-δοτ τοῖν  κέρκοιν
2η κλίση, Κατηγορία 'δρόμος' όπως «νόσος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
κέρκος < άγνωστης ετυμολογίας [1] [2] Δείτε και κερκίς, που παραδοσιακά συνδέεται.

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

κέρκος, -ου θηλυκό

  1. ουρά ζώου (όχι πτηνών)
    ※  5ος/4ος πκε αιώνας Ἀριστοφάνης, Ἱππῆς, στίχ. 909
    [ΑΛ.] ἰδοὺ δέχου κέρκον λαγῶ τὠφθαλμιδίω περιψῆν.
    [ΑΛΛ.] Νά, πάρε λαγοουρά, για να ξετσιμπλιάζεις γύρω-γύρω τα ματάκια σου.
    Μετάφραση (2005): Ηλίας Σπυρόπουλος, Θεσσαλονίκη: Ζήτρος @greek‑language.gr
  2. χερούλι
  3. (έντομο) είδος βλαβερού εντόμου
  4. φαλλός
  5. γλώσσα φωτιάς

Παράγωγα

[επεξεργασία]

Διαφορετικό το κερκίων

Σύνθετα

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. Beekes, Robert S. P. (2010) Etymological Dictionary of Greek. [Ετυμολογικό λεξικό της ελληνικής γλώσσας] (στα αγγλικά) με την αρωγή του Lucien van Beek. Leiden: Brill. Τόμοι 1‑2.
  2. s.v. «κερκίς» - Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2010). Ετυμολογικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας (Β' ανατύπωση. 2009: A' έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας.