καραμπίνα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η καραμπίνα οι καραμπίνες
      γενική της καραμπίνας των καραμπινών
    αιτιατική την καραμπίνα τις καραμπίνες
     κλητική καραμπίνα καραμπίνες
Κατηγορία όπως «σοφία» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
μια καραμπίνα

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
καραμπίνα < (άμεσο δάνειο) ιταλική carabina < γαλλική carabine < carabin (στρατιώτης του ελαφρού ιππικού)

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

καραμπίνα θηλυκό

  1. ελαφρό πυροβόλο όπλο με κοντάκι και μία κοντή κάννη, βραχύκαννο φορητό όπλο
  2. αυτός που μαθαίνει κάτι με βραδύ τρόπο

Υπερώνυμα

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]