μπροσέ

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
μπροσέ < λείπει η ετυμολογία

Επίθετο

[επεξεργασία]

μπροσέ άκλιτο

  • βαρύ βαμβακερό ή (σπανιότερα) μάλλινο ύφασμα με σχεδιάκια

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]