σακ βουαγιάζ

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
σακ βουαγιάζ < (άμεσο δάνειο) γαλλική sac de voyage (τσάντα ταξιδιού)

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

σακ βουαγιάζ ουδέτερο άκλιτο

  1. ταξιδιωτικός σάκος
  2. μικρή και εύχρηστη ταξιδιωτική τσάντα

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]