σποριάζω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
σποριάζω < σπόρος

σποριάζω

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]