σύσπαση

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η σύσπαση οι συσπάσεις
      γενική της σύσπασης* των συσπάσεων
    αιτιατική τη σύσπαση τις συσπάσεις
     κλητική σύσπαση συσπάσεις
* παλιότερος λόγιος τύπος, συσπάσεως
Κατηγορία όπως «δύναμη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
σύσπαση < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική σύσπασις ((σημασιολογικό δάνειο) γαλλική contraction)

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

σύσπαση θηλυκό

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]