ὑδροφόρος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: υδροφόρος

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ὑδροφόρος, αρχικά ως ουσιαστικό < Συμπληρώστε μία έως και τέσσερις λέξεις < φέρω

Επίθετο

[επεξεργασία]
ελληνιστική κοινή (αρχαία κλίση)
δε μαρτυρείται δυϊκός αριθμός
→ γένη αρσενικό & θηλυκό ουδέτερο
↓ πτώσεις       ενικός      
ονομαστική / ὑδροφόρος τὸ ὑδροφόρον
      γενική τοῦ/τῆς ὑδροφόρου τοῦ ὑδροφόρου
      δοτική τῷ/τῇ ὑδροφόρ τῷ ὑδροφόρ
    αιτιατική τὸν/τὴν ὑδροφόρον τὸ ὑδροφόρον
     κλητική ! ὑδροφόρε ὑδροφόρον
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
ονομαστική οἱ/αἱ ὑδροφόροι τὰ ὑδροφόρ
      γενική τῶν ὑδροφόρων τῶν ὑδροφόρων
      δοτική τοῖς/ταῖς ὑδροφόροις τοῖς ὑδροφόροις
    αιτιατική τοὺς/τὰς ὑδροφόρους τὰ ὑδροφόρ
     κλητική ! ὑδροφόροι ὑδροφόρ
    δυϊκός  
ονομ-αιτ-κλ τὼ ὑδροφόρω τὼ ὑδροφόρω
      γεν-δοτ τοῖν ὑδροφόροιν τοῖν ὑδροφόροιν
2η κλίση, Κατηγορία 'δύσκολος' όπως «τοξοβόλος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

ὑδροφόρος, -ος, -ον

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική / ὑδροφόρος οἱ/αἱ ὑδροφόροι
      γενική τοῦ/τῆς ὑδροφόρου τῶν ὑδροφόρων
      δοτική τῷ/τῇ ὑδροφόρ τοῖς/ταῖς ὑδροφόροις
    αιτιατική τὸν/τὴν ὑδροφόρον τοὺς/τὰς ὑδροφόρους
     κλητική ! ὑδροφόρε ὑδροφόροι
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  ὑδροφόρω
γεν-δοτ τοῖν  ὑδροφόροιν
2η κλίση, Κατηγορία 'δρόμος' όπως «ἵππος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

ὑδροφόρος αρσενικό ή θηλυκό

  • (αρχικά, ως ουσιαστικό) μεταφορέας νερού
    Ὑδροφόροι (τίτλος τραγωδιών του Αισχύλου και του Σοφοκλή)

Συγγενικά

[επεξεργασία]