abattée

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /a.ba.te/

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
abattée abattées

abattée (fr) θηλυκό