analyse

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: Analyse

analyse (en) και analyze (ΗΠΑ)



Προφορά

[επεξεργασία]
 

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
analyse analyses

analyse (fr) θηλυκό

Συγγενικά

[επεξεργασία]