arity

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
      ενικός         πληθυντικός  
arity arities

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ˈæɹɪti/ & /ˈeəɹɪti/
 

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

arity (en)

  1. (λογική, μαθηματικά, επιστήμη υπολογιστών) τάξη[1] ( ή βαθμός[2]) συνάρτησης, πράξης ή κατηγορήματος
  2. (βάσεις δεδομένων) ο βαθμός σχέσης ή πίνακα[3]
     συνώνυμα: degree
    συγγενικό: cardinality

Συνώνυμα

[επεξεργασία]

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]
  • arity στην αγγλική Βικιπαίδεια Λήμμα στην αγγλική Βικιπαίδεια

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. «Τεχνικές λογικού προγραμματισμού», σελ. 307, από repository.kallipos.gr. Πρόσβαση:2019-11-18
  2. «Λογικός και συναρτησιακός προγραμματισμός», σελ. 222, από repository.kallipos.gr. Πρόσβαση:2019-11-18
  3. Ευαγγελία Πιτουρά, «Το Σχεσιακό Μοντέλο και η Σχεσιακή Άλγεβρα», σελ. 45, Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων. Προσπέλαση 2020-02-04