camouflage

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
      ενικός         πληθυντικός  
camouflage camouflages

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

camouflage (fr) αρσενικό

  1. το καμουφλάζ
  2. το καμουφλάρισμα
  3. το κουκούλωμα
  4. η συγκάλυψη