catalyseur

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
      ενικός         πληθυντικός  
catalyseur catalyseurs

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

catalyseur (fr) αρσενικό