copy

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
copy copies

copy (en)

  1. το αντίγραφο, ένα πράγμα που είναι φτιαγμένο για να είναι το ίδιο με κάτι άλλο, ειδικά ένα έγγραφο ή ένα έργο τέχνης
    This painting is a copy.
    Αυτός ο πίνακας είναι αντίγραφο.
    I’ll make three copies of the letter.
    Θα κάνω τρία αντίγραφα της επιστολής.
  2. το αντίτυπο, ένα μόνο παράδειγμα βιβλίου, εφημερίδας κτλ. από τα οποία έχουν γίνει πολλά
    Only 100 copies of this book were sold.
    Από αυτό το βιβλίο πουλήθηκαν μόνο 100 αντίτυπα.
  3. (πληροφορική) αντιγραφή τύπου δεδομένων (data type), έχει δύο υπώνυμα: shallow copy και deep copy

Σύνθετα

[επεξεργασία]

Πολυλεκτικοί όροι

[επεξεργασία]
ενεστώτας copy
γ΄ ενικό ενεστώτα copies
αόριστος copied
παθητική μετοχή copied
ενεργητική μετοχή copying

copy (en)

  1. (μεταβατικό) αντιγράφω
    They copied out of the book.
    Αντέγραψαν από το βιβλίο.
  2. (μεταβατικό) κάνω μίμηση, μιμούμαι
    He copies other people's voices for us and we laugh.
    Μας κάνει φωνές άλλων ανθρώπων και γελάμε.
    She copied her uncle’s voice perfectly.
    Μιμήθηκε τέλεια τη φωνή του θείου της.
     συνώνυμα: → δείτε τη λέξη imitate