forma

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: formă

Προφορά

[επεξεργασία]
 

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

forma (pl) θηλυκό

  1. η φόρμα με τις έννοιες:
    • της εξωτερικής μορφής
    • της φυσικής κατάστασης
      • codziennie rano robię gimnastykę i dlatego jestem w dobrej formie - κάνω καθημερινά το πρωί γυμνασιτκή και γι αυτό είμαι σε καλή φόρμα
    • του σκεύους κουζίνας
  2. η μορφή στην οποία έχει εκφραστεί κάτι
    • nie mogę przyjąć referatu napisanego w tej formie - δεν μπορώ να δεχτώ μια αναφορά γραμμένη σε αυτή τη μορφή
  3. το καλούπι
    • mieszamy wszystkie składniki i wlewamy je do formy - ανακατεύουμε όλα τα υλικά και τα χύνουμε στο καλούπι



Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
ενικός πληθυντικός
forma formas

forma (pt) θηλυκό

  1. η μορφή



forma (ro)