fratricide

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

fratricide (en)

  1. η αδελφοκτονία
  2. ο/η αδελφοκτόνος



      ενικός         πληθυντικός  
fratricide fratricides

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

fratricide (fr) αρσενικό

  1. η αδελφοκτονία

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
fratricide fratricides

fratricide (fr) αρσενικό ή θηλυκό

  1. ο/η αδελφοκτόνος

Επίθετο

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
fratricide fratricides

fratricide (fr) αρσενικό ή θηλυκό

  1. αδελφοκτόνος