immortalité

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
      ενικός         πληθυντικός  
immortalité immortalités

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

immortalité (fr) θηλυκό