incontinence

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

incontinence (en)

  1. (παρωχημένο) η έλλειψη αυτοσυγκράτησης
  2. (ιατρική) η ακράτεια (ούρων ή κοπράνων)



Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ɛ̃.kɔ̃.ti.nɑ̃s/

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
incontinence incontinences

incontinence (fr) θηλυκό