kota

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

kota (id)

Κλιτικός τύπος ουσιαστικού

[επεξεργασία]

kota (pl)

  • kot (pl) στη γενική και την αιτιατική του ενικού