soleil

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
soleil < soleilz < δημώδης λατινική soliculus < sol

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /sɔˈlɛj/
 

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
soleil soleils

soleil (fr) αρσενικό

Συγγενικά

[επεξεργασία]