testa

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
testa < test + -a

Επίθετο

[επεξεργασία]
πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική testa testaj
αιτιατική testan testajn

testa (eo)



Προφορά

[επεξεργασία]
 

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
testa teste

testa (it) θηλυκό

Ταυτόσημο

[επεξεργασία]



Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

testa (la) θηλυκό

  1. τούβλο, πλίνθος, οπτόπλινθος
  2. πήλινο αγγείο
  3. όστρακο (από σπασμένο αγγείο)
  4. όστρακο, το κέλυφος των μαλακίων