velouté

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
velouté < veloux

Επίθετο

[επεξεργασία]
γένος ενικός πληθυντικός
αρσενικό velouté veloutés
θηλυκό veloutée veloutées

velouté (fr)

  1. (στην αφή) απαλός σαν το βελούδο
  2. (στη γεύση) γλυκός, αφράτος
  3. (στην ακοή) ευχάριστος, απαλός

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
velouté veloutés

velouté (fr) αρσενικό

  1. η απαλότητα
  2. ...

Συγγενικά

[επεξεργασία]