Φιλοπάτωρ

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική Φιλοπάτωρ οἱ Φιλοπάτορες
      γενική τοῦ Φιλοπάτορος τῶν Φιλοπατόρων
      δοτική τῷ Φιλοπάτορ τοῖς Φιλοπάτορσῐ(ν)
    αιτιατική τὸν Φιλοπάτορ τοὺς Φιλοπάτορᾰς
     κλητική ! Φιλοπάτορ Φιλοπάτορες
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  Φιλοπάτορε
γεν-δοτ τοῖν  Φιλοπατόροιν
Το δίχρονο φωνήεν της παραλήγουσας είναι βραχύ.
Συνήθως στον ενικό.
3η κλίση, Κατηγορία 'κτήτωρ' όπως «ἀλέκτωρ» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
Φιλοπάτωρ < λείπει η ετυμολογία

Κύριο όνομα

[επεξεργασία]

Φιλοπάτωρ αρσενικό

Αναφορές

[επεξεργασία]