αιμοδότηση

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η αιμοδότηση οι αιμοδοτήσεις
      γενική της αιμοδότησης* των αιμοδοτήσεων
    αιτιατική την αιμοδότηση τις αιμοδοτήσεις
     κλητική αιμοδότηση αιμοδοτήσεις
* παλιότερος λόγιος τύπος, αιμοδοτήσεως
Κατηγορία όπως «δύναμη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
αιμοδότηση < λείπει η ετυμολογία

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

αιμοδότηση θηλυκό

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]