απανθρακοποίηση

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η απανθρακοποίηση οι απανθρακοποιήσεις
      γενική της απανθρακοποίησης* των απανθρακοποιήσεων
    αιτιατική την απανθρακοποίηση τις απανθρακοποιήσεις
     κλητική απανθρακοποίηση απανθρακοποιήσεις
* παλιότερος λόγιος τύπος, απανθρακοποιήσεως
Κατηγορία όπως «δύναμη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
απανθρακοποίηση (νεολογισμός) < απ- + ανθρακοποίηση (μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική decarbonization)

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

απανθρακοποίηση θηλυκό

Υπώνυμα

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]