αρχίνισμα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση


↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το αρχίνισμα τα αρχινίσματα
      γενική του αρχινίσματος των αρχινισμάτων
    αιτιατική το αρχίνισμα τα αρχινίσματα
     κλητική αρχίνισμα αρχινίσματα
Κατηγορία όπως «όνομα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
αρχίνισμα < αρχινίζω

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

αρχίνισμα ουδέτερο

  • η έναρξη μιας πράξης, ενός έργου, το αρχίνημα

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]