εὐνή

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: ευνή
↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική εὐνή αἱ εὐναί
      γενική τῆς εὐνῆς τῶν εὐνῶν
      δοτική τῇ εὐν ταῖς εὐναῖς
    αιτιατική τὴν εὐνήν τὰς εὐνᾱ́ς
     κλητική ! εὐνή εὐναί
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  εὐνᾱ́
γεν-δοτ τοῖν  εὐναῖν
1η κλίση, Κατηγορία 'ψυχή' όπως «ψυχή» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

εὐνή θηλυκό

  1. η κλίνη, το κρεβάτι
  2. τα στρωσίδια του κρεβατιού
  3. το συζυγικό κρεβάτι
  4. ο τάφος (ως η τελευταία κλίνη)
  5. (ναυτικός όρος) πέτρα που χρησιμοποιείται ως άγκυρα

Συνώνυμα

[επεξεργασία]

Σύνθετα

[επεξεργασία]