ζυμαρικό

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το ζυμαρικό τα ζυμαρικά
      γενική του ζυμαρικού των ζυμαρικών
    αιτιατική το ζυμαρικό τα ζυμαρικά
     κλητική ζυμαρικό ζυμαρικά
Κατηγορία όπως «βουνό» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ζυμαρικό < ζυμάρ(ι) + -ικό, ουδέτερο του -ικός [1]
διάφορα ζυμαρικά

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

ζυμαρικό ουδέτερο

Συνώνυμα

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]