κολλύρα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική κολλύρ αἱ κολλῦραι
      γενική τῆς κολλύρᾱς τῶν κολλυρῶν
      δοτική τῇ κολλύρ ταῖς κολλύραις
    αιτιατική τὴν κολλύρᾱν τὰς κολλύρᾱς
     κλητική ! κολλύρ κολλῦραι
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  κολλύρ
γεν-δοτ τοῖν  κολλύραιν
1η κλίση, ομάδα 'χώρα', Κατηγορία 'χώρα' όπως «χώρα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
κολλύρα < λείπει η ετυμολογία

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

κολλύρα, -ας θηλυκό

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]