ξεσκεπάζω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ξεσκεπάζω < λείπει η ετυμολογία

ξεσκεπάζω

  1. βγάζω το κάλυμμα από κάτι ώστε να φαίνεται, να μην είναι σκεπασμένο πια
  2. (μεταφορικά) φέρνω κάτι κρυμμένο ή μυστικό στην επιφάνεια

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]