πίναξ

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
πῐνᾰκ-
ονομαστική πίναξ οἱ πίνακες
      γενική τοῦ πίνακος τῶν πινάκων
      δοτική τῷ πίνακ τοῖς πίναξ(ν)
    αιτιατική τὸν πίνακ τοὺς πίνακᾰς
     κλητική ! πίναξ πίνακες
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  πίνακε
γεν-δοτ τοῖν  πινάκοιν
3η κλίση, Κατηγορία 'φύλαξ' όπως «φύλαξ» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
πίναξ, ήδη ομηρικό (τεχνικός όρος) < θέμα πιν- + -αξ. Το θέμα θεωρεήθηκε παραδοσιακά προέλευσης από την πρωτοϊνδοευρωπαϊκή (με συγγενή: σανσκριτική पिनाक (pínāka)),[1] ή κατ' άλλη άποψη προελληνική. [2]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

πίναξ (ῐ) αρσενικό

  1. (αρχική σημασία) σανίδα
    ※  8ος πκε αιώνας   Ὅμηρος, Ὀδύσσεια, 12 (μ. Ἀλκίνου ἀπόλογοι: Τὰ περὶ Σειρῆνας, Σκύλλαν, Χάρυβδιν, βόας Ἡλίου.), στίχ. 67
    ἀλλά θ' ὁμοῦ πίνακάς τε νεῶν καὶ σώματα φωτῶν / κύμαθ' ἁλὸς φορέουσι
  2. πινακίδα, επιφάνεια για γραφή, δέλτος
    ※  5ος/4ος πκε αιώνας Πλάτων, Κριτίας, 120c
    ἐν χρυσῷ πίνακι γράψαντες μετὰ τῶν στολῶν μνημεῖα ἀνετίθεσαν.
  3. κατάλογος
    ※  4ος πκε αιώνας Δημοσθένης, 44. Πρὸς Λεωχάρην περὶ τοῦ κλήρου (Contra Leocharem), 35 Oratores Attici, έκδ.Bekker, 1871
    εἰς τὸν Ὀτρυνέων πίνακα τὸν ἐκκλησιαστικὸν ἐγγράφειν

αύτάνΈλευσίνιος ών)

  1. χάρτης, ζωγραφιά
  2. πίνακας
  3. (στον πληθυντικό) πίνακες κατάλογοι συγγραφέων

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. πίνακας - Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2010). Ετυμολογικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας (Β' ανατύπωση. 2009: A' έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας. 
  2. πίναξ σελ. 1192-1193 - Beekes, Robert S. P. (2010) Etymological Dictionary of Greek. [Ετυμολογικό λεξικό της ελληνικής γλώσσας] (στα αγγλικά) με την αρωγή του Lucien van Beek. Leiden: Brill. Τόμοι 1‑2.