παρακούω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
παρακούω <
  1. < αρχαία ελληνική παρακούω
  2. < η αρχαία λέξη με την ελληνιστική της σημασία
3, 4 < παρ(α)- επιτατικό + ακούω

παρακούω

  1. ακούω κάτι λανθασμένα, δεν αντιλαμβάνομαι σωστά αυτό που ειπώθηκε
    ※  Και το πουλί παράκουσε κι αλλιώς επήγε κι είπε: «Γοργά ντύσου, γοργά άλλαξε ...» (Του γιοφυριού της Άρτας, δημοτικό)
  2. δεν συμμορφώνομαι σε εντολή που έλαβα, δεν υπακούω
    Οι πρωτόπλαστοι παράκουσαν την εντολή του Θεού και δοκίμασαν τον απαγορευμένο καρπό
  3. ακούω υπερβολικά συχνά, κατ' επανάληψη, από πολλές πηγές
    το παρακούσαμε αυτό το τραγούδι, το έχω βαρεθεί
  4. ακούω πολύ καλά και αντιλαμβάνομαι
    -Άκουσες τι σου είπα; -Άκουσα και παράκουσα, αλλά δε συμφωνώ

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]