πρωτοβλέπω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
πρωτοβλέπω < πρωτο- + βλέπω

πρωτοβλέπω

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]