συνθηκολογώ

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

παραδίδομαι,υποχορώ

συνθηκολογώ

  • παύω να αντιστέκομαι στον αντίπαλο
    αποφάσισε επιτέλους να συνθηκολογίσει με τον μεγαλύτερό του εχθρό · τον εαυτό του.

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]