ῥάφανος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ῥᾰφᾰν-
ονομαστική ῥάφανος αἱ ῥάφανοι
      γενική τῆς ῥαφάνου τῶν ῥαφάνων
      δοτική τῇ ῥαφάν ταῖς ῥαφάνοις
    αιτιατική τὴν ῥάφανον τὰς ῥαφάνους
     κλητική ! ῥάφανε ῥάφανοι
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  ῥαφάνω
γεν-δοτ τοῖν  ῥαφάνοιν
2η κλίση, Κατηγορία 'θρίαμβος' όπως «κάμινος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

ῥάφανος, -ου θηλυκό

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Σύνθετα

[επεξεργασία]