accotoir

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /a.kɔ.twaʁ/

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
accotoir accotoirs

accotoir (fr) αρσενικό