bóg

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /buk/
 

Ετυμολογία

[επεξεργασία]

bóg (pl) < αρχαιοϊνδική (bhágas)

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

bóg (pl) αρσενικό

Συγγενικά

[επεξεργασία]