basilique

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ba.zi.lik/
 

Επίθετο

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
basilique basiliques

basilique (fr) αρσενικό ή θηλυκό