cola

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ετυμολογία

[επεξεργασία]

Λέξη του Σουδάν.

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
cola colas

cola (fr) και kola αρσενικό

Δέντρο της Αφρικής.