country

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
      ενικός         πληθυντικός  
country countries

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

country (en)

  1. η χώρα, μια περιοχή γης που έχει τη δική της κυβέρνηση και νόμους
    European countries - οι Ευρωπαϊκές χώρες
    We trade with all countries.
    Κάνουμε εμπόριο με όλες τις χώρες.
  2. (μόνο ενικός, the country) η εξοχή
    We’re going into the country.
    Πάμε στην εξοχή.
     συνώνυμα: countryside
  3. (μόνο ενικός, the country) η πατρίδα, οι άνθρωποι μιας χώρας· το έθνος συνολικά
    Those who collaborate with the enemy are traitors to the country.
    Όσοι συνεργάζονται με τον εχθρό είναι προδότες της πατρίδας.
  4. (μη μετρήσιμο) είδος μουσικής
     συνώνυμα: country music