gourmandise

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
      ενικός         πληθυντικός  
gourmandise gourmandises

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

gourmandise (fr) θηλυκό

  1. η λαιμαργία
  2. (κατ’ επέκταση) η λιχουδιά