grappe

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
grappe < (κληρονομημένο) παλαιά γαλλική grape, crape < φραγκική *krappa (άγκιστρο)

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ɡʁap/
 

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
grappe grappes

grappe (fr) θηλυκό