horrible

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
παραθετικά
θετικός horrible
συγκριτικός more horrible
υπερθετικός most horrible

Επίθετο

[επεξεργασία]

horrible (en)

  1. (ανεπίσημο) απαίσιος, πολύ κακό ή δυσάρεστο· χρησιμοποιείται για να περιγράψει κάτι που δεν μου αρέσει
    The food was horrible.
    Το φαγητό ήταν απαίσιο.
    What horrible weather!
    Τι απαίσιος καιρός!
  2. φριχτός, που κάνει κάποιον να νιώθει πολύ σοκαρισμένος και φοβισμένος
    a horrible crime - φριχτό έγκλημα
  3. (ανεπίσημο) απαίσιος, για άτομα ή τη συμπεριφορά τους που είναι εχθρική, δυσάρεστη ή αγενής
    I will not agree to going to the house of that horrible man.
    Δε θα δεχτώ να πάω στο σπίτι εκείνου του απαίσιου άντρα.



Προφορά

[επεξεργασία]
 

Επίθετο

[επεξεργασία]

horrible (fr)

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]