hutte

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ʔyt/
 

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
hutte huttes

hutte (fr) θηλυκό