immobile

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Προφορά

[επεξεργασία]
 

Επίθετο

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
immobile immobiles

immobile (fr) αρσενικό ή θηλυκό



Ετυμολογία

[επεξεργασία]
immobile < λατινική immobilis

προφορά

[επεξεργασία]
 

Επίθετο

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
immobile immobili

immobile (it)

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

immobile (it)