kappa

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

kappa (en)



Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

kappa (fr) αρσενικό άκλιτο



Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

kappa (pl) θηλυκό

  • το γράμμα του ελληνικού αλφάβητου: κάπα