kral

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
kral < (κληρονομημένο) οθωμανική τουρκική قرال (kral) < σλαβικής προέλευσης < πρωτοσλαβική *korľь. Συγγενείς, η βουλγαρική крал, και το γερμανικό όνομα Karl.

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /kɾɑɫ/

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

kral (tr)

Παράγωγα

[επεξεργασία]

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]