mind

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
mind minds

mind (en)

Εκφράσεις

[επεξεργασία]

Πολυλεκτικοί όροι

[επεξεργασία]

Σύνθετα

[επεξεργασία]
ενεστώτας mind
γ΄ ενικό ενεστώτα minds
αόριστος minded
παθητική μετοχή minded
ενεργητική μετοχή minding

mind (en)

  1. (αμετάβατο) με πειράζει, με ενοχλεί, έχω πρόβλημα
    I don’t mind the cold/the heat.
    Δε με πειράζει το κρύο/η ζέστη.
    Would you mind if I refuse?
    Θα σε πείραζε να αρνηθώ;
    No, I don’t mind at all.
    Όχι δε με πειράζει καθόλου.
  2. (μεταβατικό και αμετάβατο) με πειράζει, χρησιμοποιείται για να ζητήσει άδεια να κάνει κάτι ή να ζητήσει από κάποιον με ευγενικό τρόπο να κάνει κάτι
    Do you mind coming a little later?
    Σε πειράζει να έρθεις λίγο αργότερα;
    Do you mind me/my coming a little later?/Do you mind if I come a little later?
    Σε πειράζει να έρθω λίγο αργότερα;
    Do you mind if I kiss you?
    Πειράζει να σε φιλήσω;
    → δείτε την έκφραση do you mind
  3. (μεταβατικό & αμετάβατο, χωρίς παθητική φωνή, μόνο αρνητικά) δε με ενδιαφέρει, δε με νοιάζει
    I don’t mind whether you come or not.
    Δε με ενδιαφέρει έρθεις δεν έρθεις.
    I don’t mind the price as long as it’s top quality.
    Δεν με ενδιαφέρει τη τιμή φτάνει να είναι πρώτης ποιότητας.
    I don’t mind whether you stay or leave.
    Δε με νοιάζει είτε μείνεις είτε φύγεις.
    Don’t mind him.
    Μην του δίνεις σημασία.
     συνώνυμα: → δείτε τη λέξη care
  4. (μεταβατικό, ειδικά βρετανικά αγγλικά) προσέχω, κοιτάω, χρησιμοποιείται για να πει σε κάποιον να είναι προσεκτικός για κάτι ή να τον προειδοποιεί για έναν κίνδυνο
    Mind the step/the dog!
    Πρόσεχε το σκαλί/το σκυλί!
    Mind your business.
    Κοίτα τη δουλειά σου.
  5. (μεταβατικό, ειδικά βρετανικά αγγλικά) φροντίζω, κοιτάζω, νοιάζομαι, περιποιούμαι με τρυφερότητα
    Who is minding the baby right now?
    Ποιος φροντίζει τώρα το μωρό;
    Who will mind the garden while you are away?
    Ποιος θα κοιτάζει τον κήπο όσο λείπεις;
    Who will mind the kids?
    Ποιος θα νοιαστεί τα παιδιά;
    The only thing she minds is her bird.
    Το μόνο που νοιάζεται είναι το πουλί της.
     συνώνυμα: → δείτε τη λέξη look after

Εκφράσεις

[επεξεργασία]

Σύνθετα

[επεξεργασία]

phrasal verbs: