mirage

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

mirage (en)

  1. ο αντικατοπτρισμός
  2. η πλάνη



      ενικός         πληθυντικός  
mirage mirages

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

mirage (fr) αρσενικό

  1. ο αντικατοπτρισμός
  2. η πλάνη